LSJπαράσιρονGlossπαράσιρον , τό , dub. sens., τὸ π. τὸ στυππέϊνον Sammelb. 6801.10 (iii B. C.) .παράσιρον,τό, dub. sens.,A.τὸ π. τὸ στυππέϊνονSammelb. 6801.10(iii B. C.).ReferencesSammelb. 6801.10