LSJπαραφεύγωGlossflee pastπαραφεύγω,A. flee pastorbeyond,τῇ δ' οὔ πώ ποτε ναῦται . . εὐχετόωνται παρφυγέειν( Ep.aor.2) Od. 12.99 .ReferencesOd. 12.99