παρεγ-γράφω [γρᾰ],
A. write by the side, subjoin, τὸ αὑτοῦ ὄνομα
Pl. Lg. 753c
.
2. in bad sense,mterpolate, τι ἐν ψηφίσματι
Aeschin. 3.74
, cf. Plu. CG 17 , Gal. 15.9 ( Pass. ), 17(1).606 ; ἔπος ἐν τῷ καταλόγῳ
Str. 9.1.10
; π. ἑαυτὸν ταῖς διαθήκαις
Luc. Ind. 19
;enrol illegallyamong the citizens,εἰς τοὺς φυλέταςId.Bis Acc.
27 ; παρεγγραφεὶς πολίτης
Aeschin. 2.76
.