παρεκ-βαίνω,
A. step aside from, deviate from, c. gen., δικαίου
Hes. Op. 226
; τοῦ εὖ
Arist. EN 1109b19
; τῆς ἀρετῆς
Id. Pol. 1325b6
;π. τῆς ἀριστοκρατίας ἡ τάξιςib. 1273a21 ; τοῦ καθήκοντος
Plb. 12.7.1
; π. ἐκ τοῦ γένους
Arist. GA 767b6
; ἐκ τῆς τάξεως
Plb. 8.26.8
; ἀπὸ τῶν κρειττόνων
Procl. Inst. 124
.
2. c. acc.,overstep, transgress, Διὸς σέβας