LSJπαρενήνοθεGlossπαρενήνοθε , = παράκειται, ἡμετέρη . . τοίη π. μῆτις A.R. 1.664 ; of. ἐνήνοθε .παρενήνοθε,A.= παράκειται, ἡμετέρη . . τοίη π. μῆτιςA.R. 1.664 ; of.ἐνήνοθε.ReferencesA.R. 1.664