LSJἀνδριαντ-ουργόςGlossἀνδριαντ-ουργός , ὁ , ̔ἔργον̓ = ἀνδριαντοποιός , Gal. 19.162 .ἀνδριαντ-ουργός,ὁ , ̔ἔργον̓A.= ἀνδριαντοποιός , Gal. 19.162 .ReferencesGal. 19.162