παρευημερέω,
A. flourish, abound, Ph. 1.19 ,al. :— Pass. ,to be surpassed, ἐν ταῖς χειροτονίαις ὑπὸ τοῦ τυχόντος
D.S. 20.79
.
flourish, abound
παρευημερέω,
A. flourish, abound, Ph. 1.19 ,al. :— Pass. ,to be surpassed, ἐν ταῖς χειροτονίαις ὑπὸ τοῦ τυχόντος
D.S. 20.79
.