παρῐσόω, (ἴσος)
A. make equal, αἱ συλλαβαὶ αἱ κατὰ τὸ τέλος παρισοῦσαι τὰ κῶλα
Hermog. Id. 1.12
: c. acc. et dat., π. τῷ τῆς ἀρχῆς μεγέθει τὸν λόγον
Aristid. Or. 26(14).108
;τὰ στέρνα τῇ κεφαλῇ π. Hld. 10.30 : abs.,use the figure παρίσωσις, Hermog.l.c.
II.
Pass. (fut.
παρισώσομαι
Aristid. Or. 26(14).2
),make oneself equal to, measure oneself against,τινι
Hdt. 4.166 , 8.140 . α' ; ἐπεί χ' Ἑλένᾳ παρισωθῇ
Theoc. 18.25
.
2. to be made equalorlike to, ἄνδρα ἀρετῇ παρισωμένον καὶ ὡμοιωμένον
Pl. R. 498e