παρ-κατέλεκτο,παρ-κλίνω,παρ-κύπτω,παρ-λαμβάνω, poet. forπαρα-.παρμέμβλωκε,
A.
v. παραβλώσκω .
παρ-κατέλεκτο , παρ-κλίνω , παρ-κύπτω , παρ-λαμβάνω , poet. for παρα- . παρμέμβλωκε , v. παραβλώσκω .
παρ-κατέλεκτο,παρ-κλίνω,παρ-κύπτω,παρ-λαμβάνω, poet. forπαρα-.παρμέμβλωκε,
A.
v. παραβλώσκω .