ἄγος(A),[ᾰ],εος,τό,
A. any matter of religious awe:
1. pollution, guilt, ἐν τῷ ἄγεϊ ἐνέχεσθαι
Hdt. 6.56
; ἄ. ἐκθύσασθαι
6.91
; ἄ . . . κεκτήσεται θεῶν
A. Th. 1022
; ἄ. αἱμάτων ἀρέσθαι
Id. Eu. 168
, cf. AP 7.268 (Plato); ἄ. φυλάσσεσθαι
A. Supp. 375
; φεύγειν
S. Ant. 256
; ὅθεν τὸ ἄ. συνέβη τοῖς Συβαρίταις
Arist. Pol. 1303a30
; ἄ. ἀφοσιώσασθαι