LSJπαροξ-υντήςGlossstimulatorπαροξ-υντής,οῦ,ὁ,A. stimulator: henceοἱ τρεφόμενοι ὑπὸ τῶν ἑτ αίρων ὡς ἂν δὴ ἐρασταί, Hsch.ReferencesHsch.