παρορχέομαι,
A. represent in dancing out of season,τὰς Διὸς γονὰς Ὀρ<> χούμενος . . καὶ τὴν τοῦ Κρόνου τεκνοφαγίαν π. Luc. Salt. 80 .
represent in dancing out of season
παρορχέομαι,
A. represent in dancing out of season,τὰς Διὸς γονὰς Ὀρ<> χούμενος . . καὶ τὴν τοῦ Κρόνου τεκνοφαγίαν π. Luc. Salt. 80 .