LSJπαρόωGlossπαρόω , v. πηρόω . πάρπᾰγος , ὁ , = παράπαγος , Hsch.παρόω,A.v. πηρόω .πάρπᾰγος,ὁ, = παράπαγος , Hsch.ReferencesHsch.Related Lemmasπάρπᾰγος