LSJἀνδρο-κογχυλευτήςGlossἀνδρο-κογχυλευτής , οῦ , ὁ , v. ἀνδροπορφυρεύς.ἀνδρο-κογχυλευτής,οῦ,ὁ,A.v. ἀνδροπορφυρεύς.