LSJπάσασθαιGlossπάσασθαι [ᾰ] , v. πατέομαι, πάσσω : πάσασθαι [ᾱ] , v. πάομαι .πάσασθαι [ᾰ],A.v. πατέομαι, πάσσω :πάσασθαι [ᾱ], v. πάομαι .Related Lemmasπάσασθαι