πάσσᾰλος, Att.
πάττ-,ὁ, Ep. gen.πασσαλόφι(v. infr.), (πήγνυμι)
A. pegon which to hang clothes, arms, etc., ἀπὸ πασσαλόφι ζυγὸν ᾕρεον
Il. 24.268
, cf. 5.209 ; ἀπὸ πασσάλου αἴνυτο τόξον
Od. 21.53
; ἀπὸ φόρμιγγα πασσάλου λάμβαν'
Pi. O. 1.17
, cf. B. Scol.Oxy. 1361.1.1 ; ἐκ πασσαλόφι κρέμασεν φόρμιγγα
Od. 8.67
; χαλινοὺς . . ἐκ πασσάλων δέουσι
Hdt. 4.72
, v. ἐκ
1.6 ; [χιτῶνα] πασσάλῳ ἀγκρεμάσασα
Od. 1.440
; κύλιξ . . κρέμαται περὶ πασσαλόφιν