LSJπατνή:Glossπατνή: καλή ( Parth. ), Hsch. πατνώματα: στεγάσματα οἴκου , Id. (for φατν- , q. v.).πατνή: καλή( Parth. ), Hsch.πατνώματα: στεγάσματα οἴκου, Id. (forφατν-, q. v.).Related Lemmasπατνώματα: