πάχος[ᾰ],εος,τό,(παχύς)
A. thickness,τόσσον ἔην μῆκος τόσσον π. Od. 9.324 ; εἰ ἔχοι π. ἔχοι ἂν μόρια
Meliss. 9
; τὸ π. τοῦ τείχους
Th. 1.93
; τῆς πλίνθου
Id. 3.20
: pl., τὰ π. τῶν τριχῶν
Arist. HA 517b8
;τὰ π.
αὐτῶν ἐκμυελιεῖ
LXX Nu. 24.8
; σκήνεια ὀρθὰ καὶ πάχη ἔχοντα
PCair.Zen. 353.11
(iii B. C.): abs.,πάχος in thickness, Hdt. 4.81 , IG 12.372.11 ; also πάχει μάκει τε
Pi. P. 4.245
.