πᾱώταρ(παθιώταρcod.),α,ὁ, Lacon. forπαός, πηός, Hsch. , who also hasπ[ρ]αῶται: συγγενεῖς, οἰκεῖοι, Λάκωνες.
πᾱώταρ
Gloss
πᾱώταρ ( παθιώταρ cod.), α , ὁ , Lacon. for παός, πηός , Hsch. , who also has π[ρ]αῶται: συγγενεῖς, οἰκεῖοι, Λάκωνες .
πᾱώταρ ( παθιώταρ cod.), α , ὁ , Lacon. for παός, πηός , Hsch. , who also has π[ρ]αῶται: συγγενεῖς, οἰκεῖοι, Λάκωνες .
πᾱώταρ(παθιώταρcod.),α,ὁ, Lacon. forπαός, πηός, Hsch. , who also hasπ[ρ]αῶται: συγγενεῖς, οἰκεῖοι, Λάκωνες.