ἄγρα, Ion.
ἄγρη,ἡ,
A. hunting, the chase, (never in Il. ), ἄγρην ἐφέπειν
Od. 12.330
; χαίρουσι δέ τ' ἀνέρες ἄγρῃ
22.306
; ἐς ἄγρας ἰέναι
E. Supp. 885
; ἄ. ἀνθρώπων
Pl. Lg. 823e
; ἁλιαδᾶν ἔχων ἀύ̈πνους ἄγρας
S. Aj. 880
(lyr.).
2. way of catching, Pi. N. 3.81 , Hdt. 2.70 .
II. quarry, prey, Hes. Th. 442 ; ἄγραν ὤλεσα
A. Eu. 148
(lyr.); εὔκερως ἄ.