πεῖσις,εως,ἡ, (πάσχω, πείσομαι)
A.
= πάθος , Hp. Loc.Hom. 1 , Sor. 2.3 , Gal. 1.141 ; ἡ χολέρα π. τοῦ στομάχου
Cass. Pr. 59
, cf. Alex.Aphr. Pr. 1.138 : generally,affection, susceptibility, κινήσεις καὶ π. ψυχῆς
Ph. 1.617
;αἰσθητικαί, σωματικαὶ π., M.Ant. 3.6 , 7.55 ; πείσεων καὶ παθῶν
S.E. M. 7.384
;ποίησίν τε καὶ π. Plot. 3.1.4 , cf. 3.6.7 , al.
II. (πείθὠ persuasion, Id. 2.9.14 (pl.).