LSJπελεκ-ηφόροςGlossπελεκ-ηφόρος , ὁ , = πελεκοφόρος, ἀνήρ Eust. ad D.P. 536 .πελεκ-ηφόρος,ὁ,A.= πελεκοφόρος, ἀνήρEust. ad D.P. 536 .ReferencesEust.D.P. 536