πέλεκῠς,εως, Ion.
εος(not
A.
πελέκυος
Hdn.
Gr. 2.707 ),ὁ, acc. πέλεκυν
Od. 5.234
, etc. : dat. pl.πελέκεσι, Ep.
πελέκεσσι
Il. 13.391
:—two-edgedaxefor felling trees, opp.ἡμιπέλεκκον(q.v.), π . . . χάλκεος, ἀμφοτέρωθεν ἀκαχμένος
Od. 5.234
; ὑλοτόμους πελέκεας
Il. 23.114
; ἐξέταμον πελέκεσσι νεήκεσι
13.391
, cf. Pi. O. 7.36 , P. 4.263 , E. Fr. 472.6 (anap.) ; π. ξυλοκό πος