πέρᾱ(A),Adv.
A. beyond, further, μέχρι τοῦ μέσου καθιέναι, π. δ' οὔ
Pl. Phd. 112e
; μέχρι τούτου . . , π. δὲ μή
Id. R. 423b
: with Art., τὸ π. λέγειν
Id. Phdr. 241d
.
2. c. gen.,π. ὅρου ἐλαύνειν further than, Lex ap. D. 23.44 ; τούτου μὴ π. προβαίνειν
Arist. Pol. 1319b14
, cf. Pl. Ti. 29d .
II. of Time,longer, οὐκέτι π. ἐπολιόρκησαν
X. An. 6.1.28
: with Art., τὸ π. καθεύδειν τοῦ πρέποντος
Aeschin.Socr. 52
.
2. c. gen., π. μεσούσης τῆς ἡμέρας