ἀβέρβηλον: πολύ, ἐπαχθές, μέγα, βαρύ, ἀχάριστον, μάταιον,
Hsch. , cf.-λος: ἀκατάστατος,
Suid. ; cf.ἀβύρβηλος.
ἀβέρβηλον: πολύ, ἐπαχθές, μέγα, βαρύ, ἀχάριστον, μάταιον, Hsch. , cf. -λος: ἀκατάστατος, Suid. ; cf. ἀβύρβηλος.
ἀβέρβηλον: πολύ, ἐπαχθές, μέγα, βαρύ, ἀχάριστον, μάταιον,
Hsch. , cf.-λος: ἀκατάστατος,
Suid. ; cf.ἀβύρβηλος.