περιαρτάω,
A. hang roundoron,ἐρινὰ [ταῖς συκαῖς] Poll. 1.242 ; χρυσὸν τοῖς δακτύλοις
Max.Tyr. 36.2
:— Pass. , of persons,πήραν περιηρτημένος havingithung round one, S.E. M. 2.105 ; τὸ σύμβολον τῆς εὐγενείας -ηρτημένος τῷ ὑποδήματι
Philostr. VS 2.1.8
; of things,to be hung round, τῷ τραχήλῳ
Plu. Per. 38
, cf. Poll. 5.101 .