περιβό-ητος,ον, Dor.
περιβό-ᾱτος, poet.περίβωτος(q.v.),
A. noised abroad, much talked of, famous, π. τινὰ ποιεῖν
D. 34.29
, cf. Com.Adesp. 120 ; π. ξένοι
Men. Pk. 281
; π. λαβρώνιος
Hipparch.Com. 3
; π. στιχίδια
Plu. Per. 30
; π. καθ' ὅλην τὴν οἰκουμένην ἱερόν
LXX 2 Ma. 2.22
;ὁ στόλος. . π. ἐγένετο
Th. 6.31
, cf. D. 40.11 ; μέγα καὶ π. ἔργον
Men. 402.3
.