περιέργω, Att.
περιεργ-είργω,
A. enclose, encompass, Hdt. 2.148 , Th. 1.106 , 5.11 ; ἐν περιειργμένοις παραδείσοις
X. HG 4.1.15
; ἐν σκώλοισι τὸ πρόσωπον περιειργμένος
Ar. Lys. 810
(lyr.).
enclose, encompass
περιέργω, Att.
περιεργ-είργω,
A. enclose, encompass, Hdt. 2.148 , Th. 1.106 , 5.11 ; ἐν περιειργμένοις παραδείσοις
X. HG 4.1.15
; ἐν σκώλοισι τὸ πρόσωπον περιειργμένος
Ar. Lys. 810
(lyr.).