περιεσταλμένως,Adv., (περιστέλλω)
A. couertly, Arr. Epict. 3.7.13 , D.L. 7.16 ;τὰ αἰσχρὰ π. ἀπαγγέλλειν glossthem over, Theon Prog. 2 : gloss on εὐσταλέως , Erot.
couertly
περιεσταλμένως,Adv., (περιστέλλω)
A. couertly, Arr. Epict. 3.7.13 , D.L. 7.16 ;τὰ αἰσχρὰ π. ἀπαγγέλλειν glossthem over, Theon Prog. 2 : gloss on εὐσταλέως , Erot.