περιεστικός,ή,όν , ̔περίειμι ̔εἰμί
A. sum))indicating recovery, opp.θανατώδης, Hp. Epid. 1.25 , cf. Prog. 9 , al. (with v.l. περιεστηκώς ).Adv.-κῶςib. 24 ; π. ἔχειν
Paul.Aeg. 6.74
.
sum
περιεστικός,ή,όν , ̔περίειμι ̔εἰμί
A. sum))indicating recovery, opp.θανατώδης, Hp. Epid. 1.25 , cf. Prog. 9 , al. (with v.l. περιεστηκώς ).Adv.-κῶςib. 24 ; π. ἔχειν
Paul.Aeg. 6.74
.