περικαθάπτω,
A. fastenorput on, τῷ ἀγκίστρῳ ἰχθῦς
Plu. Ant. 29
:— Med. ,fasten on oneself, put on, νεβρίδας
Id. 2.364e
.
2.
= περικαταστρέφω, ἀγγεῖον
Str. 16.4.6 ; ἄμβικα
Dsc. 5.95
; τρύβλιον τῷ ἀλγοῦντι μέρει
Id. Eup. 2.45
;enclose, πυξίδα πυξίδι
Ps.-Callisth. 3.31
.
3. intr. c. dat.,grasp, enclose, ἀκτῖνες οἷον χειρῶν ἐπαφαῖς π. τοῖς ἐκτὸς σώμασι
Placit. 4.13.9