περικάμνω,
A. make great efforts, ἐπεὶ Καῖσάρ εἰμι καὶ περικέκμηκα τὸ κλῖνον ἀναλήμψεσθαι
PFay. 20ii 14
(iii/iv A.D.).
make great efforts
περικάμνω,
A. make great efforts, ἐπεὶ Καῖσάρ εἰμι καὶ περικέκμηκα τὸ κλῖνον ἀναλήμψεσθαι
PFay. 20ii 14
(iii/iv A.D.).