περιλείπομαι, Med. and Pass. ,
A. remain over, survive, ὅσσοι δ' ἂν πολέμοιο περὶ στυγεροῖο λίπωνται
Il. 19.230
; τὸν περιλειφθέντα
Hdt. 1.82
; ὑπὸ τῶν κόρεων εἴ μού τι περιλειφθήσεται
Ar. Nu. 725
; τοὺς περιλελειμμένους φίλων
E. Hel. 426
, cf. Pl. Ti. 23c ( Pass. ), Arist. Oec. 1350a29 , etc.