περιορύσσω, Att.
περιόρμ-ττω,
A. dig round,π. λίμνην diga lakeround. . , Hdt. 2.99 ; π. πρὸς τὰς ῥίζας
Arist. Pr. 923b10
; μέχρι τῶν ῥιζῶν
Thphr. CP 5.6.3
; τὴν ῥίζαν
J. BJ 7.6.3
:— Pass. , τάφρου κύκλῳ περιορυχθείσης
Pl. Criti. 118c
; ῥίζης -ορυχθείσης
Dsc. 1.126
.
2. dig up around, τὰ πλησίον
Plu. Rom. 20
.
3. dig out around, τοὺς λίθους