περιπείρω,
A. put on a spit, π. τι περὶ λόγχην
Plu. Galb. 27
: metaph.,pierce,ἑαυτοὺς π. ὀδύναιςI Ep.Ti. 6.10 :— Pass. ,to be spittedorpierced, ξίφεσι καὶ λόγχαις
D.S. 16.80
; Χάρακι
Id. 19.84
; σκόλοπι
Ael. NA 7.48
; ὀβελοῖς
Luc. Gall. 2
: metaph.,to become entangled, δυσαναπορεύτοις βαράθροις περιπαρέντες
Ph. 1.672
; δίκτυα, οἷς ἀνάγκη περιπείρεσθαι
Id. 2.411
, cf. Vett.Val. 250.11 .
II. run into, τοὺς ὀδόντας τῇ δειρῇ