περισιγᾶν: ἀφέλκειν τοῦ προκειμένου, Hsch. (leg.περισπᾶν).
περισιγᾶν:
Gloss
περισιγᾶν: ἀφέλκειν τοῦ προκειμένου , Hsch. (leg. περισπᾶν ).
περισιγᾶν: ἀφέλκειν τοῦ προκειμένου , Hsch. (leg. περισπᾶν ).
περισιγᾶν: ἀφέλκειν τοῦ προκειμένου, Hsch. (leg.περισπᾶν).