περίσσ-ευμα, Att.
περίσσ-ττευμα,ατος,τό,
A. superfluity, Orib. 22.7.1 ;that which remains over, κλασμάτων
Ev.Marc. 8.8
;abundance, opp.ὑστέρημα, 2 Ep.Cor. 8.14 ; ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τὸ στόμα λαλεῖ
Ev.Matt. 12.34
.
II.
= περίσσωμα ,excrement, Sor. 1.108 ,f.l. in
Plu. 2.962f .