περιστηλόομαι,
A. to be set up as στῆλαι round about, οἱ περιεστηλωμένοι ὅροι Jahrb.Ergänzungsheft
10.64
(Nysa,i B. C.).
to be set up as
περιστηλόομαι,
A. to be set up as στῆλαι round about, οἱ περιεστηλωμένοι ὅροι Jahrb.Ergänzungsheft
10.64
(Nysa,i B. C.).