περίστροφ-ος,ον,
A. turning round : turning in a socket, κοτύλαι
Aret. SD 2.12
.
II. Subst.,twisted rope, f.l. for περιδρόμους in X. Cyn. 2.6 .
III. περίστροφος: ὁ τῆς ὑποσφραγῖδος τόπος, Hsch.
turning round : turning in a socket
περίστροφ-ος,ον,
A. turning round : turning in a socket, κοτύλαι
Aret. SD 2.12
.
II. Subst.,twisted rope, f.l. for περιδρόμους in X. Cyn. 2.6 .
III. περίστροφος: ὁ τῆς ὑποσφραγῖδος τόπος, Hsch.