περι-τρίβω [ῑ],
A. ruborwear away all round, -τρίψας ὁ χρόνος [τὸ ἄγαλμα] Philostr. Her. 2.1 , cf. Im. 1.23 ( Pass. );πτερὰ περιτετριμμένα battered, Arist. HA 627a13 ;κόγχος ἅλμη . . περιτρῐβείς(aor. 2
Pass. ) Lyc. 790 : metaph.,περιτετριμμένοι'old hands', Arr. Epict. 2.6.5 .
II. smear, τί τινι
Nonn.
D. 6.190 , 41.110 .