περιφύω,fut.-φύσω [ῡ]:aor. 1 περιέφῡσα:—
A. make to grow roundorupon, stickorfix upon, κύτος περὶ τὸ σῶμα
Pl. Ti. 78d
; τοῖς κερασφόροις . . ἡ φύσις ὀστᾶ π. τὸ κέρας
Philostr. VA 2.13
.
II.
Pass. , withfut.
Med. -φύσομαι [ῡ]:pf.andaor. 2
Act.
περιπέφῡκα, περιέφῡν:aor. 2 inf. περιφῦναι,part. περιφύς [ῡ]:—grow round about, περὶ δ'̓ αἴγειροι πεφύασιν
Od. 9.141
; περὶ τὰ ὀστᾶ αἱ σάρκες περιπεφύκασι
Arist. PA 654b27
, cf. GA 754a2 ; π. καὶ ἐμφυόμενα
Thphr. CP 5.5.4