περράτων,
A.
v. πεῖραρ .περρέχω, v. περιέχω .περρησιππίαν: τὴν ἀνατρέχουσαν ἵππον, Hsch.
πέρροχος, v. περίοχος .
περράτων , v. πεῖραρ . περρέχω , v. περιέχω . περρησιππίαν: τὴν ἀνατρέχουσαν ἵππον , Hsch. πέρροχος , v. περίοχος .
περράτων,
A.
v. πεῖραρ .περρέχω, v. περιέχω .περρησιππίαν: τὴν ἀνατρέχουσαν ἵππον, Hsch.
πέρροχος, v. περίοχος .