πέσσυμπτον: σκυτεῖον, Hsch. , andπεσσύπτη: σκυτεύ<τ>ρια, Id.; cf.πίσυλλος, πεττύκια.
πέσσυμπτον:
Gloss
πέσσυμπτον: σκυτεῖον , Hsch. , and πεσσύπτη: σκυτεύ<τ>ρια , Id.; cf. πίσυλλος, πεττύκια .
πέσσυμπτον: σκυτεῖον , Hsch. , and πεσσύπτη: σκυτεύ<τ>ρια , Id.; cf. πίσυλλος, πεττύκια .
πέσσυμπτον: σκυτεῖον, Hsch. , andπεσσύπτη: σκυτεύ<τ>ρια, Id.; cf.πίσυλλος, πεττύκια.