πέτηλος,η,ον,
A. outspread, stretched,ἐπὶ σκελέεσσι πέτηλον(acc. to othersflying) Arat. 271 .
II. full-grown, μόσχοι
Ath. 9.376b
(expld.ἀπὸ τῶν κεράτων ὅταν αὐτὰ ἐκπέταλα ἔχωσι), cf. Hsch.
s.v. βοῦς π. (-ηνόςcod.).
outspread, stretched
πέτηλος,η,ον,
A. outspread, stretched,ἐπὶ σκελέεσσι πέτηλον(acc. to othersflying) Arat. 271 .
II. full-grown, μόσχοι
Ath. 9.376b
(expld.ἀπὸ τῶν κεράτων ὅταν αὐτὰ ἐκπέταλα ἔχωσι), cf. Hsch.
s.v. βοῦς π. (-ηνόςcod.).