πετηνις: κόρις, Hsch.
πετηνός,ή,όν,
A.
v. πετεινός .πετοῖσαι, = πεσοῦσαι , v. πίπτω .
πετηνις: κόρις , Hsch. πετηνός , ή , όν , v. πετεινός . πετοῖσαι , = πεσοῦσαι , v. πίπτω .
πετηνις: κόρις, Hsch.
πετηνός,ή,όν,
A.
v. πετεινός .πετοῖσαι, = πεσοῦσαι , v. πίπτω .