πηγ-άζω, (πηγή)
A. spring, gush forth, πηγάζει τὸ διαυγὲς ἐν ὄμμασι
APl. 4.310
( Damoch. );πηγάζοντες μαστοί, φλέβες πηγάζουσαι, Ph. 1.31 , 2.324 .
2. c. acc. cogn.,gush forth with, νᾶμα μέλισσα πηγάζει
AP 9.404
( Antiphil. ) ; π. ῥεῖθρα
Heraclit. All. 9
; [ζεὺς] π. ζωὴν νοεράν
Procl. in Cra. p.52
P.