LSJπηγάν-ειοςGlossπηγάν-ειος [ᾰ] , α , ον , = πηγάνινος , Gal. 12.511 .πηγάν-ειος [ᾰ],α,ον,A.= πηγάνινος , Gal. 12.511 .ReferencesGal. 12.511