πηγός,ή,όν, Dor.
πᾱγός, (
A.
πήγνυμι
11
)well put together, solid, strong, ἵππους πηγοὺς ἀθλοφόρους
Il. 9.124
, cf. Alcm. 23.48 ; κύματι πηγῷ
Od. 5.388
, 23.235 , AP 9.143 (Antip.).
2. Subst. πηγός(sc.ἅλς),ὁ,salt(cf. πηκτός
111
), mock-Epic use in Strato Com. 1.36 .
II. white, πλόκος
Lyc. 336
; ὀστέα
Sammelb. 4314.5