πῆμα,ατος , τό(same form in Dor. ), poet. word,
A. misery, calamity, π. κακόν
Od. 5.179
; π. κακοῖο
3.152
;δύης π. 14.338 ; π. τῆς ἄτης
S. Aj. 363
; π. θεὸς Δαναοῖσι κυλίνδει
Il. 17.688
; τοῖσι . . πῆμα κυλίνδεται
Od. 2.163
, cf. Il. 11.347 ; ἡμῖν πήματα πολλὰ θέσαν
15.721
; τοι πῆμα τόδ' ἤγαγον Οὐρανίωνες
24.547
; ἓν παρ' ἐσλὸν π. σύνδυο δαίονται βροτοῖς ἀθάνατοι
Pi. P. 3.81