LSJπῑλ-ωτάριοςGlossπῑλ-ωτάριος , ὁ , = πιλοποιός , Aët. 12.49 .πῑλ-ωτάριος,ὁ,A.= πιλοποιός , Aët. 12.49 .ReferencesAët. 12.49